στερέωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στερέωμα στερεώματα
γενική στερεώματος στερεωμάτων
αιτιατική στερέωμα στερεώματα
κλητική στερέωμα στερεώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στερέωμα < στερεώνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /stɛ.ˈɾɛ.ɔ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στερέωμα ουδέτερο

  1. το στήριγμα, η στήριξη
  2. ο ουράνιος θόλος
  3. (μεταφορικά) ομάδα γνωστών ατόμων σε κάποια δραστηριότητα
    • είναι γνωστός στο καλλιτεχνικό στερέωμα

32πχ Μεταφράσεις[]