στερητικό σύνδρομο
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
→ δείτε τη λέξη: στερητικός και σύνδρομο
Πολυλεκτικός όρος [
]
στερητικό σύνδρομο ουδέτερο
- οι σωματικές και ψυχικές αντιδράσεις ενός ατόμου εθισμένου σε μια ουσία (αλκοόλ, ναρκωτικά, νικοτίνη κ.λπ.), όταν την στερηθεί