στιγμή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στιγμή στιγμές
γενική στιγμής στιγμών
αιτιατική στιγμή στιγμές
κλητική στιγμή στιγμές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στιγμή < αρχαία ελληνική στιγμή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sti.ˈɣmi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στιγμή θηλυκό

  1. μικρό χρονικό διάστημα
  2. η κατάλληλη ευκαιρία
  3. περίσταση με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά
  4. (γλωσσολογία) σημείο στίξης με το οποίο χωρίζονται οι περίοδοι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τελεία
  5. (μουσική) σημείο που τοποθετείται πάνω ή δίπλα στο σημείο της νότας, μεταβάλλοντας την ποιότητα ή την έντασή της
  6. (τυπογραφία) η μικρότερη μονάδα μέτρησης μεγέθους (1στ.=0,3528 χιλ.) των τυπογραφικών στοιχείων· δώδεκα στιγμές κάνουν ένα τετράγωνο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική στιγμή στιγμά στιγμαί
Γενική στιγμῆς στιγμαῖν στιγμῶν
Δοτική στιγμ στιγμαῖν στιγμαῖς
Αιτιατική στιγμήν στιγμά στιγμάς
Κλητική στιγμή στιγμά στιγμαί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στιγμή < στίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στιγμή θηλυκό

  1. στίγμα, σημάδι, νύγμα
  2. μικρό χρονικό διάστημα