στιγμιαίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στιγμιαίος < ελληνιστική κοινή στιγμιαῖος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στιγμιαίος

  1. που διαρκεί μια στιγμή, πολύ σύντομος
    μια στιγμιαία παρόρμηση
  2. που παρασκευάζεται πολύ γρήγορα
    στιγμιαίος καφές
  3. στιγμιαίος μέλλοντας: ρηματικός χρόνος που φανερώνει ότι μια πράξη θα γίνει στο μέλλον χωρίς να γίνεται αναφορά στη διάρκειά της· ο συνοπτικός μέλλοντας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]