στοά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στοά | στοές |
| γενική | στοάς | στοών |
| αιτιατική | στοά | στοές |
| κλητική | στοά | στοές |
[
]
Ετυμολογία
- στοά < αρχαία ελληνική στοά
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
στοά θηλυκό
- ημιυπαίθριος στεγασμένος χώρος με κίονες (βλέπε και προστώο)
- επίμηκες κτήριο, του οποίου η μία μακρά πλευρά διατρέχεται εξωτερικά από κίονες διαμορφώνοντας έναν επιμήκη ανοιχτό στεγασμένο χώρο
- ευρύς διάδρομος στο ισόγειο κτηρίου με καταστήματα στις δύο πλευρές του
- σήραγγα (π.χ. σε ορυχείο)