στολή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στολή | στολές |
| γενική | στολής | στολών |
| αιτιατική | στολή | στολές |
| κλητική | στολή | στολές |
[
]
Ετυμολογία
- στολή < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
στολή θηλυκό