στοργή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- στοργή < αρχαία ελληνική στοργή
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
στοργή θηλυκό μόνο στον ενικό
- αγάπη και τρυφερότητα
Μεταφράσεις [
]
στοργή