στοχεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στοχεύω < αρχαία ελληνική στόχος
  1. χρησιμοποιείται λανθασμένα ως ρήμα εκ του στόχου, αντί του ρήματος σκοπεύω.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /stɔ.ˈçɛv.ɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

στοχεύω

  1. σημαδεύω ένα στόχο, με σκοπό να κατευθύνω τη βολή του όπλου μου σε αυτόν
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σκοπεύω
  2. (μεταφορικά) επιδιώκω να πετύχω κάτι, αποβλέπω στην επίτευξη ενός στόχου

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]