|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
στοχεύσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
στοχεύοντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
στοχεύω |
στοχεύεις |
στοχεύει |
στοχεύουμε |
στοχεύετε |
στοχεύουν |
| παρατατικός |
στόχευα |
στόχευες |
στόχευε |
στοχεύαμε |
στοχεύατε |
στόχευαν |
| αόριστος |
στόχευσα |
στόχευσες |
στόχευσε |
στοχεύσαμε |
στοχεύσατε |
στόχευσαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα στοχεύω |
θα στοχεύεις |
θα στοχεύει |
θα στοχεύουμε |
θα στοχεύετε |
θα στοχεύουν |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα στοχεύσω |
θα στοχεύσεις |
θα στοχεύσει |
θα στοχεύσουμε |
θα στοχεύσετε |
θα στοχεύσουν |
| παρακείμενος α' |
έχω στοχεύσει |
έχεις στοχεύσει |
έχει στοχεύσει |
έχουμε στοχεύσει |
έχετε στοχεύσει |
έχουν στοχεύσει |
| παρακείμενος β' |
έχω στοχευμένο |
έχεις στοχευμένο |
έχει στοχευμένο |
έχο(υ)με στοχευμένο |
έχετε στοχευμένο |
έχουν(ε) στοχευμένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα στοχεύσει |
είχες στοχεύσει |
είχε στοχεύσει |
είχαμε στοχεύσει |
είχατε στοχεύσει |
είχαν στοχεύσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα στοχευμένο |
είχες στοχευμένο |
είχε στοχευμένο |
είχαμε στοχευμένο |
είχατε στοχευμένο |
είχαν(ε) στοχευμένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω στοχεύσει |
θα έχεις στοχεύσει |
θα έχει στοχεύσει |
θα έχουμε στοχεύσει |
θα έχετε στοχεύσει |
θα έχουν στοχεύσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω στοχευμένο |
θα έχεις στοχευμένο |
θα έχει στοχευμένο |
θα έχο(υ)με στοχευμένο |
θα έχετε στοχευμένο |
θα έχουν(ε) στοχευμένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να στοχεύω |
να στοχεύεις |
να στοχεύει |
να στοχεύουμε |
να στοχεύετε |
να στοχεύουν |
| αόριστος |
να στοχεύσω |
να στοχεύσεις |
να στοχεύσει |
να στοχεύσουμε |
να στοχεύσετε |
να στοχεύσουν |
| παρακείμενος α' |
να έχω στοχεύσει |
να έχεις στοχεύσει |
να έχει στοχεύσει |
να έχουμε στοχεύσει |
να έχετε στοχεύσει |
να έχουν στοχεύσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω στοχευμένο |
να έχεις στοχευμένο |
να έχει στοχευμένο |
να έχο(υ)με στοχευμένο |
να έχετε στοχευμένο |
να έχουν(ε) στοχευμένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
στόχευε |
|
|
στοχεύετε |
|
| αόριστος |
|
στόχευσε |
|
|
στοχεύστε |
|
περιφραστικός
χρόνος |
παρακείμενος |
|
έχε στοχευμένο |
|
|
έχετε στοχευμένο |
|
|