στρατήγημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρατήγημα στρατηγήματα
γενική στρατηγήματος στρατηγημάτων
αιτιατική στρατήγημα στρατηγήματα
κλητική στρατήγημα στρατηγήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στρατήγημα < αρχαία ελληνική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /stɾa.ˈti.ʝi.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στρατήγημα ουδέτερο

  1. (στρατιωτικός όρος): έξυπνο πολεμικό αμυντικό ή επιθετικό τέχνασμα
  2. (μεταφορικά): απατηλός τρόπος, πανουργία

32πχ Μεταφράσεις[]