στρατηγικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- στρατηγικός < αρχαία ελληνικά, στρατηγικός
Επίθετο [
]
στρατηγικός
- που έχει σχέση με τη στρατηγική ή που στηρίζεται σε αυτή, σε αντιδιαστολή προς τη λέξη τακτικός
- που αφορά το σχεδιασμό μιας στρατιωτικής επιχείρησης:
- στρατηγικός στόχος
- (μεταφορικά) που αφορά το γενικό σχεδιασμό και το συντονισμό των ενεργειών που είναι απαραίτητες για την επιτυχία ενός σκοπού:
- έχει στρατηγική θέση στην κυβέρνηση