στρατηγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρατηγός στρατηγοί
γενική στρατηγού στρατηγών
αιτιατική στρατηγό στρατηγούς
κλητική στρατηγέ στρατηγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στρατηγός < αρχαία ελληνική στρατηγός < στρατός + άγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Διακριτικό στρατηγού.

στρατηγός αρσενικό

  1. Ανώτατος αξιωματικός του στρατού ξηράς που φέρει τον ανώτερο βαθμό της στρατιωτικής ιεραρχίας. Συντομογραφία: στγος.
  2. (γενικότερα) Προσφώνηση όλων των ανώτατων αξιωματικών του στρατού.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]