στρατόπεδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρατόπεδο στρατόπεδα
γενική στρατοπέδου στρατοπέδων
αιτιατική στρατόπεδο στρατόπεδα
κλητική στρατόπεδο στρατόπεδα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

στρατόπεδο < αρχαία ελληνική στρατόπεδον < στρατός + πέδον

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

στρατόπεδο ουδέτερο

  1. εγκατάσταση, μόνιμη ή παροδική, που στεγάζει μία ή περισσότερες στρατιωτικές μονάδες
  2. καταυλισμός, τόπος όπου έχει εγκατασταθεί σε σκηνές ένα σύνολο ανθρώπων
    στρατόπεδο προσφύγων
  3. χώρος όπου ζει ένα σύνολο ανθρώπων υπό καθεστώς φρούρησης
    χιλιάδες Εβραίοι βρήκαν το θάνατο στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης
  4. (μεταφορικά) παράταξη πολιτική, ιδεολογική κλπ
    ένταση ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα των διεκδικητών της αρχηγίας του κόμματος

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες