στρατός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στρατός | στρατοί |
| γενική | στρατού | στρατών |
| αιτιατική | στρατό | στρατούς |
| κλητική | στρατέ | στρατοί |
[
]
Ετυμολογία
- στρατός < αρχαία ελληνική στρατός
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
στρατός αρσενικό
- το σύνολο των ένοπλων δυνάμεων κρατών αναγνωρισμένων από την διεθνή κοινότητα
- οι ένοπλες δυνάμεις της ξηράς, ο στρατός ξηράς
- μεγάλο πλήθος