στρεπτόκοκκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρεπτόκοκκος στρεπτόκοκκοι
γενική στρεπτοκόκκου
ή στρεπτόκοκκου
στρεπτοκόκκων
ή στρεπτόκοκκων
αιτιατική στρεπτόκοκκο στρεπτοκόκκους
ή στρεπτόκοκκους
κλητική στρεπτόκοκκε στρεπτόκοκκοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

στρεπτόκοκκος < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

στρεπτόκοκκος αρσενικό

  • ένα gram-θετικό βακτήριο, πολλά είδη του οποίου απαντώνται στην στοματική κοιλότητα ή στα έντερα χωρίς να προκαλούν λοίμωξη, άλλα όμως είναι παθογόνα και επικίνδυνα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες