στωικισμός
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
το να ειναι καποιος απαθης,αταραχος....
[
]
Ουσιαστικό
στωικισμός αρσενικό
[
]
Μεταφράσεις
στωικισμός