στόλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στόλος | στόλοι |
| γενική | στόλου | στόλων |
| αιτιατική | στόλο | στόλους |
| κλητική | στόλε | στόλοι |
[
]
Ετυμολογία
- στόλος < αρχαία ελληνική στόλος < στέλλω
[
]
Ουσιαστικό
στόλος αρσενικό
- σύνολο πλοίων υπό την ίδια σημαία
- ο εμπορικός στόλος της Ελλάδας
- η ναυτική σύγκρουση μεταξύ των δύο στόλων
- μεγάλη μονάδα του πολεμικού ναυτικού που περιλαμβάνει το σύνολο των πλοίων που επιχειρούν σε μια συγκεκριμένη περιοχή
- ο αμερικανικός 6ος στόλος
- σύνολο οχημάτων ή αεροσκαφών της ίδιας ιδιοκτησίας