στόμιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στόμιο στόμια
γενική στομίου στομίων
αιτιατική στόμιο στόμια
κλητική στόμιο στόμια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στόμιο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στόμιο ουδέτερο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]