στόχος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στόχος | στόχοι |
| γενική | στόχου | στόχων |
| αιτιατική | στόχο | στόχους |
| κλητική | στόχε | στόχοι |
Ετυμολογία [
]
- στόχος < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
στόχος αρσενικό
- σκοπός
- αυτό που θέλει κάποιος να συνατήσει η ρίψη του
- παιχνίδι αντικείμενο σκοποβολίας