στῦλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : στύλος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική στῦλος στύλω στῦλοι
Γενική στύλου στύλοιν στύλων
Δοτική στύλ στύλοιν στύλοις
Αιτιατική στῦλον στύλω στύλους
Κλητική στῦλε στύλω στῦλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στῦλος < σταμαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στῦλος αρσενικό

  1. κίονας
  2. ξύλινος πάσσαλος
  3. εργαλείο χάραξης (γραφής) πάνω σε πινακίδες με κερί

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []