συγγένεια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συγγένεια | συγγένειες |
| γενική | συγγένειας | συγγενειών |
| αιτιατική | συγγένεια | συγγένειες |
| κλητική | συγγένεια | συγγένειες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
συγγένεια θηλυκό
- η βιολογική ("εξ αίματος") ή θεσμική ("εξ αγχιστείας") σχέση που συνδέει δυο ή περισσότερα πρόσωπα της ίδιας οικογένειας.
- Ο γάμος μεταξύ ατόμων που συνδέονται με συγγένεια πρώτου και δευτέρου βαθμού απαγορεύεται.
- η σχέση που συνδέει δύο πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις, με βάση τις ομοιότητές τους ή την κοινή τους προέλευση.
- Πολλοί ιστορικοί της τέχνης διακρίνουν μία συγγένεια ανάμεσα στην τεχνοτροπία των κυκλαδικών ειδωλίων και τη μοντέρνα τέχνη.