συκιά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συκιά | συκιές |
| γενική | συκιάς | συκιών |
| αιτιατική | συκιά | συκιές |
| κλητική | συκιά | συκιές |
Ετυμολογία [
]
- συκιά < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
συκιά θηλυκό
- (βοτανική) φυλλοβόλος θάμνος ή μικρό δέντρο (λατινικό όνομα Ficus carica) που κατάγεται από την νοτιοδυτική Ασία και την ανατολική μεσογειακή περιοχή· έχει πλατιά τρίλοβα ή πεντάλοβα φύλλα και πρασινοκόκκινους εδώδιμους καρπούς (σύκα)