συλλαβισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συλλαβισμός | συλλαβισμοί |
| γενική | συλλαβισμού | συλλαβισμών |
| αιτιατική | συλλαβισμό | συλλαβισμούς |
| κλητική | συλλαβισμέ | συλλαβισμοί |
[
]
Ετυμολογία
- συλλαβισμός < συλλαβίζω
[
]
Ουσιαστικό
συλλαβισμός αρσενικό
- (γραμματική) η διαίρεση μιας λέξης σε συλλαβές
-
- Σημειώσεις
- Η ένδειξη των σημείων διαίρεσης μεταξύ διαδοχικών συλλαβών γίνεται με τη χρήση ενωτικού (ενωτίκευση)
- παράδειγμα: Ο συλλαβισμός της λέξης κατάσταση παριστάνεται ως εξής: κα-τά-στα-ση
- Ο συλλαβισμός γίνεται σύμφωνα με ορισμένους κανόνες που καθορίζει η γραμματική.
[
]
Μεταφράσεις
συλλαβισμός