συλλογή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- συλλογή < αρχαία ελληνική συλλογή < συλλέγω < σύν + λέγω
Ουσιαστικό [
]
συλλογή θηλυκό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συλλέγω
- η συγκέντρωση πραγμάτων
- με τη συλλογή των σκουπιδιών θα ασχοληθούμε αύριο
- για τη συλλογή όλων των στοιχείων θα ασχοληθούν τρεις υπάλληλοι
- η συνήθως συστηματική ή χομπίστικη συγκέντρωση ομοειδών πραγμάτων
- (συνεκδοχικά) τα συστηματικά συγκεντρωμένα πράγματα
- είχε μια τεράστια συλλογή από πεταλούδες
- η συγκέντρωση πραγμάτων
Μεταφράσεις [
]
συλλογή