συλλογή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συλλογή < αρχαία ελληνική συλλογή < συλλέγω < σύν + λέγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συλλογή θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συλλέγω
    • η συγκέντρωση πραγμάτων
      με τη συλλογή των σκουπιδιών θα ασχοληθούμε αύριο
      για τη συλλογή όλων των στοιχείων θα ασχοληθούν τρεις υπάλληλοι
    • η συνήθως συστηματική ή χομπίστικη συγκέντρωση ομοειδών πραγμάτων
    • (συνεκδοχικά) τα συστηματικά συγκεντρωμένα πράγματα
      είχε μια τεράστια συλλογή από πεταλούδες

32πχ Μεταφράσεις[]