συμβιβαστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συμβιβαστικός συμβιβαστική συμβιβαστικό
γενική συμβιβαστικού συμβιβαστικής συμβιβαστικού
αιτιατική συμβιβαστικό συμβιβαστική συμβιβαστικό
κλητική συμβιβαστικέ συμβιβαστική συμβιβαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμβιβαστικοί συμβιβαστικές συμβιβαστικά
γενική συμβιβαστικών συμβιβαστικών συμβιβαστικών
αιτιατική συμβιβαστικούς συμβιβαστικές συμβιβαστικά
κλητική συμβιβαστικοί συμβιβαστικές συμβιβαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμβιβαστικός < ελληνιστική κοινή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siɱ.vi.va.sti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /siɱ.vi.va.sti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /siɱ.vi.va.sti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συμβιβαστικός, -ή, -ό

  1. που τείνει προς το συμβιβασμό
  2. που περιέχει ή αποσκοπεί στο συμβιβασμό
    μια συμβιβαστική πρόταση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]