συμβολαιογράφος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συμβολαιογράφος | συμβολαιογράφοι |
| γενική | συμβολαιογράφου | συμβολαιογράφων |
| αιτιατική | συμβολαιογράφο | συμβολαιογράφους |
| κλητική | συμβολαιογράφε | συμβολαιογράφοι |
[
]
Ετυμολογία
- συμβολαιογράφος < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
συμβολαιογράφος αρσενικό ή θηλυκό