συμπάσχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμπάσχω < συν- + πάσχω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συμπάσχω

  1. πάσχω μαζί με άλλους ή για ένα πάθημά τους και συμμερίζομαι τον πόνο τους ή για ένα κοινό πάθημα που αφορά άμεσα και εμένα


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]