συμπέρασμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συμπέρασμα | συμπεράσματα |
| γενική | συμπεράσματος | συμπερασμάτων |
| αιτιατική | συμπέρασμα | συμπεράσματα |
| κλητική | συμπέρασμα | συμπεράσματα |
Ετυμολογία [
]
- συμπέρασμα < αρχαία ελληνική συμπέρασμα
Ουσιαστικό [
]
συμπέρασμα ουδέτερο
- το αποτέλεσμα ενός συλλογισμού ή μιας συλλογιστικής πορείας
- η κατάληξη μιας ομιλίας, άρθρου, έρευνας
[
]
Μεταφράσεις [
]
συμπέρασμα
|