συμπαίκτρια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συμπαίκτρια συμπαίκτριες
γενική συμπαίκτριας συμπαικτριών
αιτιατική συμπαίκτρια συμπαίκτριες
κλητική συμπαίκτρια συμπαίκτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συμπαίκτρια < συμπαίκτης + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συμπαίκτρια θηλυκό και συμπαίχτρια

δείτε τη λέξη: συμπαίκτης

32πχ Μεταφράσεις[]