συμπυκνώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συμπυκνώνω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

συμπυκνώνω

  1. μειώνω τη ποσότητα υγρού ενός πράγματος ώστε να γίνει πιο πυκνό
  2. μετατρέπω αέριο σε υγρό ή στερεό

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]