συμφωνώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- συμφωνώ < αρχαία ελληνική συμφωνῶ < σύμφωνος < συν + φωνή
[
]
Ρήμα
συμφωνώ
- έχω την ίδια γνώμη
- καταλήγω με κάποιον άλλο σε συμφωνία πολιτική, στρατιωτική, οικονομική, επιχειρηματική κ.λπ.
- βρίσκομαι σε αρμονία με κάτι άλλο
- (γραμματική) βρίσκομαι στο ίδιο γένος ή αριθμό ή πτώση ή πρόσωπο με άλλον όρο της πρότασης.
[
]
[
]
Αντώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
συμφωνώ