συνέλευση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνέλευση συνελεύσεις
γενική συνέλευσης
& συνελεύσεως
συνελεύσεων
αιτιατική συνέλευση συνελεύσεις
κλητική συνέλευση συνελεύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συνέλευση < ελληνιστική κοινή συνέλευσις < συνέρχομαι. Βλέπε και έλευση.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συνέλευση θηλυκό

  1. η οργανωμένη συγκέντρωση και συνεδρίαση προσώπων που ανήκουν σε ένα οργανωμένο σύνολο, με σκοπό τη συζήτηση και πιθανόν τη λήψη αποφάσεων
    αύριο θα συγκληθεί η ετήσια τακτική γενική συνέλευση του σωματείου μας

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]