συνέρχομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνέρχομαι < συν + έρχομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συνέρχομαι

  1. έρχομαι μαζί με άλλους στον ίδιο τόπο με ένα κοινό σκοπό, συγκεντρώνομαι
  2. συνεδριάζω
  3. ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου μετά από λιποθυμία
  4. αναρρώνω μετά από ασθένεια
  5. ξαναβρίσκω τη διαύγεια, την ηρεμία μου
    Σύνελθε!(= Ηρέμησε!)
  6. συνουσιάζομαι

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • το δικαίωμα του συνέρχεσθαι: το δικαίωμα των πολιτών να συγκεντρώνονται ειρηνικά για να εκφράσουν τις απόψεις τους

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]