συνήγορος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνήγορος συνήγοροι
γενική συνηγόρου συνηγόρων
αιτιατική συνήγορο συνηγόρους
κλητική συνήγορε συνήγοροι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

συνήγορος < συνηγορώ < συν + αγορεύω

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

συνήγορος αρσενικό ή θηλυκό

  • ο δικηγόρος που υπερασπίζεται τον πελάτη του στο δικαστήριο
  • οποιοσδήποτε υπερασπίζεται με επιχειρήματα κάποιον άλλο.
  • ο συνήγορος του διαβόλου: αυτός που αναλαμβάνει -προς χάρη της συζήτησης- να υπερασπιστεί αντιδημοφιλείς απόψεις ή θέσεις που δεν γίνονται αποδεκτές από κανέναν άλλο από τους συμμετέχοντες, συνήθως ο ίδιος ο συντονιστής της συζήτησης.


[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες