συνήγορος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συνήγορος | συνήγοροι |
| γενική | συνηγόρου | συνηγόρων |
| αιτιατική | συνήγορο | συνηγόρους |
| κλητική | συνήγορε | συνήγοροι |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
συνήγορος αρσενικό ή θηλυκό
- ο δικηγόρος που υπερασπίζεται τον πελάτη του στο δικαστήριο
- οποιοσδήποτε υπερασπίζεται με επιχειρήματα κάποιον άλλο.
- ο συνήγορος του διαβόλου: αυτός που αναλαμβάνει -προς χάρη της συζήτησης- να υπερασπιστεί αντιδημοφιλείς απόψεις ή θέσεις που δεν γίνονται αποδεκτές από κανέναν άλλο από τους συμμετέχοντες, συνήθως ο ίδιος ο συντονιστής της συζήτησης.