συναίνεση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- συναίνεση < ελληνιστική κοινή συναίνεσις
[
]
Ουσιαστικό
συναίνεση θηλυκό
- συγκατάθεση, αποδοχή
- το παιδί άλλαξε σχολείο έπειτα από υπόδειξη των διδασκόντων και με τη συναίνεση των γονέων
- σε συλλογικά σώματα, η ύπαρξη μιας ευρείας αποδοχής, πολύ ανώτερης από την συνήθη πλειοψηφία