συναίνεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

συναίνεση < ελληνιστική κοινή συναίνεσις

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

συναίνεση θηλυκό

  1. συγκατάθεση, αποδοχή
    το παιδί άλλαξε σχολείο έπειτα από υπόδειξη των διδασκόντων και με τη συναίνεση των γονέων
  2. σε συλλογικά σώματα, η ύπαρξη μιας ευρείας αποδοχής, πολύ ανώτερης από την συνήθη πλειοψηφία

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες