συναγωγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συναγωγή συναγωγές
γενική συναγωγής συναγωγών
αιτιατική συναγωγή συναγωγές
κλητική συναγωγή συναγωγές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συναγωγή < αρχαία ελληνική συναγωγή < συνάγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συναγωγή θηλυκό

  1. η συνάθροιση, η συγκέντρωση ανθρώπων στον ίδιο τόπο
  2. το μάζεμα, η συλλογή
  3. το αποτέλεσμα του συνάγω (π.χ. ένα συμπέρασμα)
  4. ο τόπος συγκέντρωσης, λατρείας της ιουδαϊκής θρησκείας

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]