συναισθησία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συναισθησία | συναισθησίες |
| γενική | συναισθησίας | συναισθησιών |
| αιτιατική | συναισθησία | συναισθησίες |
| κλητική | συναισθησία | συναισθησίες |
[
]
Ετυμολογία
- συναισθησία < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
συναισθησία θηλυκό
- νευρολογική κατάσταση κατά την οποία παρατηρείται ανάμειξη των αισθήσεων, για παράδειγμα όταν όταν ο εγκέφαλος αποδίδει ένα συγκεκριμένο ήχο σε μια οσμή
[
]
[
]
Μεταφράσεις
συναισθησία