συνδέω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Σύνθετη λέξη από την πρόθεση συν + δέω (=δένω)
Ρήμα
συνδέω + ΑΙΤ, συνδέω + ΑΙΤ + με + ΑΙΤ, συνδέω + ΑΙΤ + σε + ΑΙΤ.
Παθητική φωνή: συνδέομαι
- ενώνω δύο πράγματα με υλικό ή άυλο δεσμό, ώστε να αποτελέσουν ένα σύνολο ή να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.
- Αγόρασα καλώδιο για να συνδέσω τους δύο υπολογιστές.
- Κατασκευάζουν έναν εναέριο διάδρομο, για να συνδέσουν τις δύο απομακρυσμένες πτέρυγες με το κυρίως κτήριο.
- εντάσσω κάτι σε ένα σύνολο ή ένα δίκτυο.
- Ήρθε το συνεργείο του δήμου για να μας συνδέσει με το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης.
- συσχετίζω, υποθέτω ότι υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ δύο στοιχείων ή δείχνω την ύπαρξη μιας τέτοιας σχέσης.
- Οι αστυνομικοί δεν έχουν καταφέρει ακόμη να συνδέσουν τα ευρήματα από τον τόπο του εγκλήματος με τον κύριο ύποπτο.
- είμαι το στοιχείο που ενώνει δύο πράγματα μεταξύ τους.
- Τους συνδέει μακροχρόνια φιλία
- Έσπασε ο σωλήνας που μας συνδέει με το δίκτυο ύδρευσης.
Συγγενικές λέξεις
Μεταφράσεις
|