συνδετήρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

συνδετήρας (2) για χαρτιά
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνδετήρας συνδετήρες
γενική συνδετήρα συνδετήρων
αιτιατική συνδετήρα συνδετήρες
κλητική συνδετήρα συνδετήρες
ένα κουτάκι με συνδετήρες (3) για συρραπτικό

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συνδετήρας < συνδέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συνδετήρας αρσενικό

  1. εξάρτημα που συνδέει δύο τμήματα μιας κατασκευής
  2. μεταλλικό ή πλαστικό εξάρτημα που χρησιμοποιείται για να κρατήσει συνδεδεμένα φύλλα χαρτιού
  3. μεταλλικό καρφάκι σε σχήμα Π, το οποίο με τη βοήθεια ενός συρραπτικού κάμπτεται και συγκρατεί ενωμένα φύλλα χαρτιού


32πχ Μεταφράσεις[]