συνδετήρας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συνδετήρας | συνδετήρες |
| γενική | συνδετήρα | συνδετήρων |
| αιτιατική | συνδετήρα | συνδετήρες |
| κλητική | συνδετήρα | συνδετήρες |
Ετυμολογία [
]
- συνδετήρας < συνδέω
Ουσιαστικό [
]
συνδετήρας αρσενικό
- εξάρτημα που συνδέει δύο τμήματα μιας κατασκευής
- μεταλλικό ή πλαστικό εξάρτημα που χρησιμοποιείται για να κρατήσει συνδεδεμένα φύλλα χαρτιού
- μεταλλικό καρφάκι σε σχήμα Π, το οποίο με τη βοήθεια ενός συρραπτικού κάμπτεται και συγκρατεί ενωμένα φύλλα χαρτιού
Μεταφράσεις [
]
συνδετήρας για χαρτιά
συνδετήρας συρραπτικού