συνδρομή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συνδρομή | συνδρομές |
| γενική | συνδρομής | συνδρομών |
| αιτιατική | συνδρομή | συνδρομές |
| κλητική | συνδρομή | συνδρομές |
[
]
Ετυμολογία
- συνδρομή < από το ελληνιστικό ή και μεταγενέστερο συνδράμω ή από την αρχαία ελληνική συνδρομή
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /sin.ðɾɔ.ˈmi/
[
]
Ουσιαστικό
συνδρομή θηλυκό
- αρωγή, βοήθεια προς κάποιον
- πληρωμή εγγραφής για συμμετοχή σε σύλλογο, φορέα, ή πληρωμή σε εκδοτική επιχείρηση για παραλαβή εντύπου (συνήθως κατ' οίκον) ή για δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες διάφορων επιχειρήσεων (π.χ. συνδρομητικά τηλεοπτικά κανάλια ή συνδρομητικές ιστοσελιδες)
[
]
Μεταφράσεις
συνδρομή
|
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- συνδρομή < συνέδραμον (αόριστος του συντρέχω: τρέχω με κάποιον ή συνωθούμαι)
[
]
Ουσιαστικό
συνδρομή θηλυκό
- ταραχώδης συγκέντρωση, συνάθροιση, συρροή, εμφάνιση πολλών μαζί, συνδυασμός
- συνδρομή τῶν ὄχλων εἰς τὴν ἐκκλησίαν
- στενὴ πορθμοῦ συνδρομή
- ἐφάνη συνδρομή ἀγαθῶν ὑπερβάλλουσα... (άρχισαν να συρρέουν αγαθά που ξεπερνούσαν...)
- τρέξιμο μαζί με κάποιον άλλον
- (μεταφορικά) το αποτέλεσμα, εκεί που οδηγείται κάτι, το συμπέρασμα
- ἡ συρροή τοῦ λόγου : το συμπέρασμα, το ηθικό δίδαγμα
- συνδυασμός συμπτωμάτων σε ασθένειες, η κλινική εικόνα
[
]
- ὁ σύνδρομος, ἡ συνδρομάς, το σύνδρομον : που τρέχουν ο ένας πίσω από τον άλλο, πολύ κοντά, συγκρουονται, ή πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο ή συναντώνται
- συνδρόμως, επίρρημα : επι τα ίχνη, απόκοντα