συνειρμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνειρμός συνειρμοί
γενική συνειρμού συνειρμών
αιτιατική συνειρμό συνειρμούς
κλητική συνειρμέ συνειρμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συνειρμός < μεταγενέστερη ελληνική συνειρμός < συνείρω < σύν + εἴρω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /si.niɾ.ˈmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συνειρμός αρσενικό

  1. (ψυχολογία) η διαδικασία με την οποία η συνείδηση συνδέει τις παραστάσεις και ο τρόπος με τον οποίο τις ανακαλεί από τη μνήμη. Τόσο η διαδικασία όσο και ο τρόπος μπορεί να πραγματοποιούνται χωρίς την παρέμβαση της βούλησης έτσι, ώστε, όταν μια παράσταση ανακαλείται, να παρασύρονται μαζί της και άλλες, ακόμη κι άσχετες λογικά μεταξύ τους
  2. (συνεκδοχικά) η σειρά τον παραστάσεων που ανακαλούνται από τη μνήμη, αφού έχουν συνδεθεί με μια πρώτη παράσταση

Εκφράσεις[]

  • ελεύθερος συνειρμός : ψυχαναλυτική μέθοδος κατά την οποία ο ασθενής διατυπώνει όλες τις σκέψεις που περνούν από το νου, είτε με αφορφή μια λέξη, ένα αριθμό, μια εικόνα ή κάθε άλλη παράσταση είτε αυθόρμητα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]