συνεργασία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συνεργασία | συνεργασίες |
| γενική | συνεργασίας | συνεργασιών |
| αιτιατική | συνεργασία | συνεργασίες |
| κλητική | συνεργασία | συνεργασίες |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
συνεργασία θηλυκό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συνεργάζομαι
[
]
Μεταφράσεις [
]
συνεργασία