συνεσταλμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- συνεσταλμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του συστέλλω/συστέλλομαι
[
]
Μετοχή
συνεσταλμένος, -η, -ο
- (για τα μέλη του σώματος) λυγισμένος και μαζεμένος προς το σώμα
-
- οι νεκροί στο προϊστορικό νεκροταφείο είχαν ενταφιαστεί σε ελαφρώς συνεσταλμένη στάση
[
]
Επίθετο
συνεσταλμένος, -η, -ο
-
- Ο Στέλιος είναι συνεσταλμένο παιδί
[
]
- συστολή
- συνεσταλμένα επίρρημα