συνεσταλμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

συνεσταλμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του συστέλλω/συστέλλομαι

[] Open book 01.svg Μετοχή

συνεσταλμένος, -η, -ο

  • (για τα μέλη του σώματος) λυγισμένος και μαζεμένος προς το σώμα
  • οι νεκροί στο προϊστορικό νεκροταφείο είχαν ενταφιαστεί σε ελαφρώς συνεσταλμένη στάση

[] Open book 01.svg Επίθετο

συνεσταλμένος, -η, -ο

  • Ο Στέλιος είναι συνεσταλμένο παιδί

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες