συνημμένο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνημμένο συνημμένα
γενική συνημμένου συνημμένων
αιτιατική συνημμένο συνημμένα
κλητική συνημμένο συνημμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συνημμένο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του συνημμένος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συνημμένο ουδέτερο

  1. έγγραφο ή δικαιολογητικό που συνοδεύει μία αίτηση ή μία επίσημη αναφορά
  2. (πληροφορική) αρχείο που αποστέλλεται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, επισύναψη

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

συνημμένο ουδέτερο

  • ουδέτερο του συνημμένος, στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική του ενικού