συνημμένο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνημμένο συνημμένα
γενική συνημμένου συνημμένων
αιτιατική συνημμένο συνημμένα
κλητική συνημμένο συνημμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνημμένο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του συνημμένος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνημμένο ουδέτερο

  1. έγγραφο ή δικαιολογητικό που συνοδεύει μία αίτηση ή μία επίσημη αναφορά
  2. (πληροφορική) αρχείο που αποστέλλεται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, επισύναψη

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

συνημμένο ουδέτερο

  • ουδέτερο του συνημμένος, στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική του ενικού