συνοδεύω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- συνοδεύω < αρχαία ελληνική συνοδεύω
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /si.nɔ.ˈðɛ.vɔ/
Ρήμα [
]
συνοδεύω
[
]
Δείτε επίσης [
]
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
Ρήμα [
]
συνοδεύω
- συνταξιδεύω
- (μεταφορικά) κρατώ συντροφιά σε κάποιον