συντεταγμένη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- συντεταγμένη < σημασιολογικό δάνειο από coordonnées
[
]
Ουσιαστικό
συντεταγμένη θηλυκό
- (μαθηματικά) κάθε ένα από τα στοιχεία που χρειάζονται για να καθοριστεί μοναδικά η θέση ενός σημείου σε ένα σύστημα δύο ή περισσότερων αξόνων
[
]
Μεταφράσεις
συντεταγμένη
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
συντεταγμένη θηλυκό
- θηλυκό του συντεταγμένος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Κλιτή μορφή μετοχής
συντεταγμένη θηλυκό
- θηλυκό του συντεταγμένος