συντόμευση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συντόμευση | συντομεύσεις |
| γενική | συντόμευσης | συντομεύσεων |
| συντομεύσεως | ||
| αιτιατική | συντόμευση | συντομεύσεις |
| κλητική | συντόμευση | συντομεύσεις |
[
]
Ετυμολογία
- συντόμευση < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /sin.ˈdɔ.mɛf.si/
[
]
Ουσιαστικό
συντόμευση θηλυκό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συντομεύω· η ενέργεια που οδηγεί στο να ολοκληρώνεται μια διαδικασία πιο σύντομα
- όλοι θέλουν τη συντόμευση των γραφειοκρατικών διαδικασιών
- (υπολογιστές) εικονίδιο στην επιφάνεια εργασίας ή άλλο φάκελο που επιτρέπει στο χρήστη να ανοίξει πιο σύντομα ένα πρόγραμμα
- η εφαρμογή κατά την εγκατάστασή της δημιουργεί μια συντόμευση στην επιφάνεια εργασίας