συντόμευση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συντόμευση συντομεύσεις
γενική συντόμευσης
& συντομεύσεως
συντομεύσεων
αιτιατική συντόμευση συντομεύσεις
κλητική συντόμευση συντομεύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συντόμευση < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /sin.ˈdɔ.mɛf.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συντόμευση θηλυκό

  • η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συντομεύω· η ενέργεια που οδηγεί στο να ολοκληρώνεται μια διαδικασία πιο σύντομα
    όλοι θέλουν τη συντόμευση των γραφειοκρατικών διαδικασιών
  • (υπολογιστές) εικονίδιο στην επιφάνεια εργασίας ή άλλο φάκελο που επιτρέπει στο χρήστη να ανοίξει πιο σύντομα ένα πρόγραμμα
    η εφαρμογή κατά την εγκατάστασή της δημιουργεί μια συντόμευση στην επιφάνεια εργασίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]