συρμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συρμός συρμοί
γενική συρμού συρμών
αιτιατική συρμό συρμούς
κλητική συρμέ συρμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συρμός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συρμός αρσενικό

  1. τρένο, η μηχανή μαζί με τα βαγόνια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αμαξοστοιχία
  2. η μόδα
    Ενδύματα του τελευταίου συρμού των Παρισίων. (περιοδικό Ευτέρπη, Αθήνα, 1847)
    • (συχνά με αρνητική απόχρωση)
      μην αφήνεις να σε παρασύρουν οι ιδέες του συρμού

32πχ Μεταφράσεις[]