συρμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συρμός | συρμοί |
| γενική | συρμού | συρμών |
| αιτιατική | συρμό | συρμούς |
| κλητική | συρμέ | συρμοί |
[
]
Ετυμολογία
- συρμός < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
συρμός αρσενικό
- τρένο, η μηχανή μαζί με τα βαγόνια
- η μόδα
- Ενδύματα του τελευταίου συρμού των Παρισίων. (περιοδικό Ευτέρπη, Αθήνα, 1847)
- (συχνά με αρνητική απόχρωση)
- μην αφήνεις να σε παρασύρουν οι ιδέες του συρμού
[
]
Μεταφράσεις
συρμός