συσσωρευτής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συσσωρευτής | συσσωρευτές |
| γενική | συσσωρευτή | συσσωρευτών |
| αιτιατική | συσσωρευτή | συσσωρευτές |
| κλητική | συσσωρευτή | συσσωρευτές |
[
]
Ετυμολογία
- συσσωρευτής < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
συσσωρευτής αρσενικό
- μηχάνημα που συσσωρεύει ένα είδος ενέργειας για να την αποδώσει αργότερα
- (ηλεκτροτεχνία) συνηθισμένη ονομασία για την μπαταρία
- (πληροφορική) ονομασία καταχωρητή που βρίσκεται στην κεντρική μονάδα επεξεργασίας των περισσότερων επεξεργαστών και χρησιμοποιείται σαν κύριο αποθηκευτικό μέσο για προσωρινές μεταφορές στις εντολές μίας πράξης
[
]
Σύνθετα
[
]
Πολυλεκτικοί Όροι
[
]
Μεταφράσεις
συσσωρευτής