συσσωρευτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συσσωρευτής συσσωρευτές
γενική συσσωρευτή συσσωρευτών
αιτιατική συσσωρευτή συσσωρευτές
κλητική συσσωρευτή συσσωρευτές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

συσσωρευτής < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

συσσωρευτής αρσενικό

  1. μηχάνημα που συσσωρεύει ένα είδος ενέργειας για να την αποδώσει αργότερα
  2. (ηλεκτροτεχνία) συνηθισμένη ονομασία για την μπαταρία
  3. (πληροφορική) ονομασία καταχωρητή που βρίσκεται στην κεντρική μονάδα επεξεργασίας των περισσότερων επεξεργαστών και χρησιμοποιείται σαν κύριο αποθηκευτικό μέσο για προσωρινές μεταφορές στις εντολές μίας πράξης

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί Όροι

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες