σφάλλω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- σφάλλω < αρχαία ελληνική σφάλλω, σφάλλομαι
Ρήμα [
]
σφάλλω
- έσφαλα και πρέπει να πληρώσω για το κακό που έκανα...