σφάχτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σφάχτης < μεσαιωνική ελληνική σφάκτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σφάχτης αρσενικό

  1. σφαγέας, άτομο που σφάζει ζώα σε σφαγείο
  2. (οικείο) ισχυρός πόνος στο εσωτερικό του σώματος που τον αισθανόμαστε σαν μαχαιριά

32πχ Μεταφράσεις[]